Ξάπλωσα νωρίς σήμερα μιας και ήθελα να κοιμηθώ πριν τις 00:00 ώστε να έχω ένα γεμάτο 8ωρο ύπνου προτού ξυπνήσω αύριο για τη δουλειά.
Αλλά, σε αντίθεση με την ημέρα που μπορεί να με πάρει ο ύπνος οπουδήποτε, όταν ξαπλώνω στο κρεββάτι μου το μόνο που βρίσκω να κάνω είναι να στροβιλίζομαι μέσα στο σύμπλεγμα σεντονιού, μαξιλαροθήκης και σκέψεων, ανήμπορος να κοιμηθώ…
..όχι τουλάχιστον μέχρι να κλείσω τους ανοιχτούς λογαριασμούς με τις Ερινύες μου.
Για να είμαι πιο ακριβής, οι τύψεις μου δεν με αφήνουν να κλείσω μάτι, τύψεις κρυμμένες εδώ και κάμποσες μέρες που αποφάσισαν να εκκολαφθούν ύπουλα τώρα.
“Μην του δώσεις χρήματα, ξέρεις για τί τα θέλει...” είναι οι λέξεις της αγαπημένης μου Έφης που ωστόσο σουβλίζουν την καρδιά μου εδώ και κάμποση ώρα αποτρέποντάς με να ηρεμήσω και να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος.
Η ιστορία έλαβε χώρα το περασμένο σάββατο στο κέντρο της Αθήνας παρόμοια ώρα με την τωρινή, λίγο πιο νωρίς, καθώς πήγαινα να παραλάβω τη μητέρα μου από το λιμάνι του πειραιά. Σε ένα κέντρο Αθήνας που έσφιζε από κίνηση - χαρακτηριστικό ήταν πως η κίνηση στη Συγγρού προς κέντρο έφτανε μέχρι το φιξ - και ο συνήθης πρωινός εκνευρισμός του δρόμου ανάμεσα στα ταξί, τα μηχανάκια και τα yarisάκια για το ποιός έχει μεγαλύτερο δικαίωμα να φτάσει πρώτος στη δουλειά του, έδινε τη θέση στον εκνευρισμό για το ποιό X5 ή rav4 θα περάσει πρώτο το φανάρι για να φτάσει πρώτο στο μπουζουξίδικο, άσχετα αν το κόκκινο είχε ανάψει προ πολλού δημιουργώντας έναν πανικό στα σταυροδρόμια της περιοχής.
Ακριβώς μέσα στον πανικό, δίπλα συγκεκριμένα, βρισκόταν μία σκιά…ναι, σκιά, μόνο έτσι θα μπορούσα να τον περιγράψω καθώς δε φαινόταν να είχε περισσότερες αισθήσεις από ένα αχνό είδωλο κάποιου ανθρώπου που κάποτε, κάπως, οικειοθελώς ή μη, για κάποιο λόγο έχασε την ισορροπία του και έπεσε από το σχοινί απευθείας στο λάκκο με τα σκατά.
Μία φιγούρα που έδειχνε να θέλει να σωριαστεί στο δρόμο αλλά, σαν κάποιος σαδιστής να τον είχε δεμένο σαν μαριονέττα με κλωστές και να μην τον άφηνε να πέσει, τρίκλιζε και περιφερόταν σαν νεκρός μέσα στους “ζωντανούς” της νύχτας, ζητώντας μία βοήθεια.
Τα μαλλιά του ήταν όπως και τα μακριά μούσια του, άπλυτα και φουντωτά, η επιδερμίδα του έδειχνε την ηλικία του - κοντά στα 40-50 - και του πρόσθετε άλλα τόσα. Η ενδυμασία του αποτελούταν από μία φαρδιά λεπτή γκριζογαλάζια φόρμα και ένα σκισμένο μπλουζάκι που συμπλήρωνε το αεράτο σύνολο. Τα πόδια του δεν πρόσεξα με τί ήταν ντυμένα, είχα εστιάσει στο πρόσωπό του αλλά ακόμα και τώρα δε μπορώ να θυμηθώ τα χαρακτηριστικά του. Το αχανές βλέμμα του ωστόσο το θυμάμαι και το γνωρίζω από μικρό παιδί στα Εξάρχεια των αμέτρητων ναρκομανών τη δεκαετία του 90…το βλέμμα που προδίδει την εσωτερική μουντή κραυγή του για βοήθεια αλλά τις ανύπαρκτες δυνάμεις που καταπνίγουν κάθε έκφραση…είναι σαν να ανατινάζεις μία βόμβα σε ένα αεροστεγές άθραυστο κουτί, ακούς τον βόμβο, νιώθεις τις δονήσεις αλλά δεν βλέπεις τη λάμψη.
Ίσως φανεί αστείο αλλά μου θύμιζε λίγο τον γνωστό μουσάτο κύριο που ζωγραφίζει τα μεσημέρια στη ΝΕΤ, τον Bob Ross στην πιο καχεκτική έκδοσή του…

Αν οι βιντεοκασσέτες του με τους 1002 διαφορετικούς τρόπους για να ζωγραφίσεις ένα βουνό δεν πούλαγαν, αν οι φίλοι του σταματούσαν τις κοινωνικές συναναστροφές μαζί του γιατί πλέον δεν ήταν διάσημος, αν τον παρατούσε η γυναίκα του για τον ίδιο λόγο, αν έχανε το σπίτι του από την υποθήκη που έβαλε για να πάρει το γιωτ, αν άρχιζε το ποτό για να αντιμετωπίσει την αδιαφορία και την αψυχία του κόσμου, αν μέσα από μία δαιδαλώδη διαδρομή έπεφτε στην παγίδα των ναρκωτικών και αν με κάποιον μαγικό τρόπο διακτινιζόταν στη κωλοπόλη που ζω…τότε θα είχα το ίδιο θέαμα μπροστά μου με αυτό του προχθεσινού σαββάτου.
Καθώς περιφερόταν από αμάξι σε αμάξι κατά τη μεγάλη διάρκεια του κόκκινου φαναριού στη διασταύρωση Βασ.Όλγας και Βασ.Αμαλίας έφτασε η σειρά μου. Η άμεση και ακούσια αντίδρασή μου ήταν να εστιάσω στην πινακίδα του μπροστινού μου και να τον αγνοήσω. Έχοντας το πόδι στον συμπλέκτη και τον λεβιέ στην πρώτη, κινήθηκα κιόλας και 5 μέτρα μπροστά για να τον αποφύγω, παρατηρώντας τον ταυτόχρονα με την άκρη του ματιού μου να γυρίζει αργά, μηχανικά και τρέμοντας προς τα εκεί που πήγα όσο τον προσπερνούσε το ερμητικά κλειστό παράθυρό μου αργά και σχεδόν σαδιστικά.
Το να κάνει δύο βήματα στην κατάσταση που ήταν φαινόταν ολόκληρος άθλος και τώρα βρισκόταν στο δίλημμα του να συνεχίσει προς τα πίσω ώστε να δοκιμάσει την τύχη του στο πισινό αμάξι μου ή να επιμείνει μαζί μου. Πιστεύω, χωρίς να θυμάμαι καλά, πως αποφάσισε το δεύτερο.
Σε μία έξαρση οίκτου - και θαυμασμού, ίσως, για το κουράγιο του - αποφάσισα να βγάλω το πορτοφόλι μου και να του δώσω κάτι ψελλίζοντας “δεν αντέχω να τον βλέπω άλλο έτσι”.
Εκεί μίλησε η Έφη λέγοντας την παραπάνω φράση αλλά δεν είμαι σίγουρος αν άκουσα αυτήν ή τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει τις ίδιες ακριβώς λέξεις…
Την παύση δύο δευτερολέπτων ακολούθησε το άναμμα του πράσινου φαναριού και όσο προσπαθούσα, χωνώμουν, κόρναρα για να προλάβω να περάσω αυτό το φανάρι ο ζητιάνος μετατράπηκε σε κάτι παραπάνω από μία ισχνή ανάμνηση.
Μέχρι σήμερα.
Δε μπορώ να καταλάβω τί ήταν αυτό που με έκανε να διστάσω να του δώσω ένα ευρώ.
Ήταν πράγματι το γεγονός ότι δεν ήθελα να τον οδηγήσω ακόμη πιο βαθειά στον λάκκο των ναρκωτικών?
Αυτή είναι η δικαιολογία που λέμε σήμερα, ή που μας έχουν εμποτίσει για να μη νιώθουμε τύψεις όταν αντί να δώσουμε ένα δάχτυλο βοηθείας στον συνάνθρωπό μας δεν του δίνουμε καθόλου και τον κλωτσάμε κιόλας για να σωριαστεί στο έδαφος?
Κι αν ναι, ποιός είμαι εγώ που θα τον κρίνω? Πώς ξέρω εγώ με την άνετη ζωή και τις άφθονες δεύτερες ευκαιρίες στη ζωή μου τί έχει σπρώξει τον απέναντί μου στην ύστατη πράξη να ζητιανέψει τη βοήθειά μου?
Ο άνθρωπος δε μου ζήτησε ούτε να τον οδηγήσω στο σωστό δρόμο, ούτε να προσέξω τα παιδιά του. Λεφτά μου ζήτησε, και μάλιστα λίγα. Για φαΐ? Πιστεύω πως ναι, γιατί όσο και να σε τρώει η μαστούρα η πείνα είναι ενδότερη και βασικότερη ανάγκη. Ασφαλώς αν μείνει και λίγο για την άλλη ανάγκη θα τα χρησιμοποιήσει. Μπορεί μάλιστα τα δικά μου δύο ευρώ να είναι τα μοιραία και τον βρουν σε κάποιο πεζοδρόμιο εκεί κοντά με το ένα χέρι δεμένο και το άλλο με μία μισοφαγωμένη τυρόπιτα.
Αλλά, διάολε, αν δεν πρόκειται ούτε να τον βάλω σε ένα σπιτικό, ούτε να τον ταΐσω, ούτε καν να ασχοληθώ για παραπάνω από 5″ με την κατάστασή του πριν καταπιαστώ με τα δικά μου σοβαρότερα καθημερινά προβλήματα, τότε για ποιό λόγο να του αρνηθώ τη μία και μοναδική “χαρά” και ανάγκη που μου ζητάει να του εκπληρώσω? Γιατί να μην τον γλυτώσω 2 ώρες από τη μιζέρια του, έστω και με αυτόν τον φτηνό και εγκληματικό τρόπο? Αφού δεν έχω άλλον τρόπο να του το κάνω?
Ποιός είμαι εγώ που με την αδιαφορία μου τον έφερα να παραπαίει εκεί μπροστά στο αριστερό φανάρι του αμαξιού μου και δεν πρόκειται να κάνω ποτέ στη ζωή μου κάτι ουσιαστικό για να του σώσω τη ζωή, αλλά αρνούμαι να του δώσω αυτό το ασήμαντο, για εμένα, πράγμα?
Πόσο υποκριτής είμαι όταν δεν του δίνω λεφτά τάχα για να μην τον σκοτώσω…αλλά την ίδια στιγμή η αδιαφορία μου δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από τα ναρκωτικά που του αρνήθηκα?
Το ότι τον στέλνω, εφόσον ενδώσω στις ικεσίες του, ένα λεπτό νωρίτερα στον τάφο από αυτήν την κωλοζωή που του έτυχε, με κάνει δολοφόνο? Εξίσου υπαίτιο με τις καταστάσεις που τον έφεραν εκεί? Γιατί να πρέπει να με πιάνουν τύψεις όταν του δίνω λεφτά για να πάρει την πρέζα του αλλά να κοιμάμαι άνετος αν αναλαμβάνει κάποιος άλλος αυτό το “λάθος”?
Κι από πότε ο οίκτος είναι κακός? Η βοήθεια στον συνάνθρωπο είναι λιγότερο σημαντική από την περηφάνεια του ατόμου?
…
Δε ζω σε μία γυάλα. Γνωρίζω πως ακόμα κι αν καταφέρω και “αγιοποιήσω” την οικονομική βοήθεια στη συγκεκριμένη κατηγορία των εχόντων τη ανάγκη, δεν πρόκειται να κερδίσω μία θέση στον παράδεισο ούτε θα κοιμούνται ήσυχα ευλογώντας το όνομά μου.
Καταλαβαίνω πως όσο υποκριτικό είναι να αρνείσαι την οποιαδήποτε βοήθεια στο πρεζάκι άλλο τόσο υποκριτικό είναι να θεωρείς σωστό να του δίνεις 2 ευρώ αλλά να μην παίρνεις ένα τηλέφωνο τον ΟΚΑΝΑ, ή να επικοινωνείς με τους δικούς του αν τον γνωρίζεις…ή να φτάνεις, τέλως πάντων, όσο μακριά σε οδηγεί το φιλότιμο, η φιλευσπλαχνία, ο οίκτος…
Αλλά όχι αυτή η αδιαφορία παιδιά.
Η αδιαφορία μας ως άνθρωποι, ως κοινωνία, ως συγγενείς, ως φίλοι οδηγούν αυτούς τους ανθρώπους σε αυτό το αδιέξοδο όχι το δίευρο που θα δώσουμε μία στο τόσο σε κάποιο τελειωμένο πρεζάκι.
Είμαστε όλοι άνθρωποι και κάνουμε λάθη. Άλλοι τα πληρώνουμε ακριβά άλλοι όχι.
Κι όπως ατελείς είμαστε ως άνθρωποι, δε γίνεται πάντα να κάνουμε το “σωστό”. Δε χρειάζεται να κάνουμε πάντα το “σωστό”.
Μη δώσετε λεφτά. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του ποστ. Αλλά μην κρίνετε.
Μην του πάρετε φαΐ αν αποφασίσετε όντως να τον αλαφρύνετε από τον πόνο του με κάποιο ψιλό. Αλλά μην τον ξεχάσετε μόλις απομακρυνθείτε.
Μην τον στείλετε στον ΟΚΑΝΑ (σε όποιον έχει μείνει ανοιχτός τέλως πάντων) αλλά κάνετε έναν κόπο και πάρτε του κάτι να φάει και να πιεί τώρα που έρχονται και ζεστές μέρες.
Κάνετε ένα, μικρό, βήμα. Μία μικρή αυτοκριτική.
Όπως και σε πολλά πράγματα στην κοινωνική μας ζωή, έτσι και σε αυτήν την περίπτωση πιστεύω πως η συλλογική συνειδητοποίηση είναι ζωτικής σημασίας.
Και για να φτάσουμε εκεί, χρειάζεται πρώτα να κάνουμε κάποιες αυστηρές ερωτήσεις στον εαυτό μας…τις οποίες ασφαλώς θα απαντήσουμε με ειλικρίνεια.

3 Comments
Κοίτα
Το θέμα είναι λίγο φλου. Υποκειμενικό, διότι από τη μία έχεις τον potential δίδοντα (δηλαδή το μέσο άνθρωπο) και από την άλλη έχεις την κοινωνία ως μέσο όσο ανθρώπων, όχι ως δίδουσα πλέον, αλλά ως μέσο αποφυγής παρόμοιων περιστατικών ή ως μέσο αντιμετώπισής των
Εν ολίγοις, δηλαδή, η κοινωνία θεωρεί δεδομένο το υφιστάμενο πρόβλημα και έχει ήδη (λέμε τώρα..) δημιουργήσει τις βάσεις για την επίλυσή του. Οπότε ως λύση, οι ισορροπίες είναι λίγο λεπτές και έγκεινται στην ευαισθησία του μέσου πολίτη, η οποία με τη σειρά της είναι κι αυτή υποκειμενική, αφού ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να κάνει αντίστοιχες σκέψεις με τις δικές σου, πριν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια
Το αντικείμενο, όμως, συνήθως δε λογίζεται ως λάθος από τον πάσχοντα. Αν δεχτούμε ότι το μοναδικό πραγματικά addictive και ικανό να σε οδηγήσει στην εξαθλίωση ναρκωτικό είναι η ηρωίνη, τότε ο μέσος χρήστης είναι το λιγότερο περιθωριακός
Το περιθώριο έχει πολλές μορφές. Οικονομικό, κοινωνικό, σεξουαλικό, πνευματικό, επαγγελματικό και άλλα μικρότερα. Αφορά ανθρώπους, κοινωνικές ομάδες, εργασιακές ομάδες, ηλικιακές ομάδες, κοινωνικές τάξεις, φύλλα, θρησκείες, προτιμήσεις, χώρες, ακόμα και ηπείρους ολόκληρες
Σε λογικά πλαίσια, η περιθωριοποίηση “επιτυγχάνεται” με δύο τρόπους, όπως προανέφερες. Είτε από επιλογή (και με προηγούμενη γνώση των συνεπειών), είτε απο γέννηση στο περιθώριο και αδυναμία (ή αδιαφορία) να ξεφύγει το άτομο από αυτό
Αν κάποιος είναι περιθωριακός εκουσίως, τότε δεν είναι ούτε αξιοθρήνητος, ούτε αξιόμεμπτος. Απλά, έπαιξε και έχασε. Κάπου δεν τα μέτρησε σωστά και είτε δεν είχε αρκετές ευκαιρίες είτε είχε άγνοια κινδύνου είτε απλά ήταν άτυχος στην αξιοποίησή των
Αν κάποιος απέτυχε να ξεφύγει από το περιθώριο, τότε αυτός είναι χειρότερος. Μπορείς να τον κατηγορήσεις για έλλειψη θάρρους, αφού στη μία ζωή του, δεν πίεσε αρκετά για να αλλάξει τη μοίρα του, ακόμα και στις χειρότερες γι’ αυτόν συνθήκες
Τώρα, αν εσύ δεν έχεις τη δυνατότητα να κοιμηθείς για το λόγο αυτό, μην κοιμηθείς. Καλά κάνεις. Σκέψου, όμως, ότι στην ουσία όλες μας οι ενέργειες γίνονται με βάση το μυαλό μας. Το ίδιο μυαλό (το ανθρώπινο, δηλαδή) που εσένα σε κάνει να γράψεις αυτό το ποστ και να μην ξεχνάς εύκολα, είναι εκείνο που λέει στον άλλο “ναι” στην ερώτηση “Να βάλω την πρέζα στο σώμα μου ή όχι”;
Μετά πλέον όλα αλλάζουν…
Αγαπητέ dizzy,
έχω μια εμπειρία ανάλογη με τη δικιά σου…
Δουλεύω στο κέντρο της Αθήνας - στην Ακαδημίας - σε δουλειά δικιά μου και απο οτι καταλαβαίνεις πολύ συχνά εμφανίζονται για βοήθεια διάφορα “παιδιά” που έχουν κατρακυλήσει στο βούρκο των ναρκωτικών.
Πριν οκτώ περίπου χρόνια εμφανίζεται ενα παιδί περίπου 20 χρόνων, με σουλούπι μπασκεμπολίστα, ψηλός, γυμνασμένος αλλά παραπατούσε φανερά ζαλισμένος. Ερχεται στο γραφείο μου και μου λέει: “πεινάω” Δεν είπε τίποτε άλλο και με κυτούσε στα μάτια. Με εντυπωσίασε και έστειλα να του φέρουν κάτι να φάει. Κάθισε στον χώρο υποδοχής, έφαγε, ζήτησε και καφεδάκι, πέρασε καμιά ώρα, συνήλθε λίγο και ήρθε να μου μιλήσει…
Παιδιά χωρισμένων γονιών -με τον αδελφό του- τους παράτησε (σε ιδιόκτητο σπίτι) ο πατέρας τους φεύγοντας με την ρωσίδα υπηρέτρια για κάποιο νησί , η μητέρα τους πέθανε (?) τους κόπηκαν “χρόνια τώρα” ΔΕΗ ΟΤΕ κλπ και… πήραν τον κακό δρόμο. Συζητήσαμε αρκετά, προσπάθησα να κάνω κάποιες συμφωνίες μαζί του, κανόνισα να πηγαίνει σε ενα ταβερνάκι να τρώει, ερχόταν συχνά για καφέ στο γραφείο μου, έδειχνε να εχει αραιώσει τις δόσεις και να βάζει τέλος πάντων μικροστόχους και να τους πετυχαίνει… Κάποια μέρα έρχεται και μου λέει: σε βλέπω σαν πατέρα μου, θέλω να μου πάρεις αθλητικά παπούτσια, εχω δεί κάποια συγκεκριμένα σε ενα μαγαζί λίγο πιο κάτω στη θεμιστοκλέους” “πές μου το νούμερό σου και θα σου πάρω εγώ παπούτσια” του λέω, “αυτά που μπορώ όμως, δεν μπορώ να σου πάρω τα συγκεκριμένα που θέλεις”. “Δεν με καταλαβαίνεις, είσαι άκαρδος, εγώ δεν είμαι παιδί να έχω μια επιθυμία, απο ποιόν να τα ζητήσω αν οχι απο σένα…” Δεν υποχώρησα, έφυγε μουρμουρίζοντας. Την επόμενη μέρα τον βρήκαμε νεκρό με μια σύριγγα καρφωμένη στο χέρι του σε διάδρομο της πολυκατοικίας που είναι το γραφείο μου!
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα γινόταν αν του είχα πάρει τα παπούτσια που ήθελε…
Ολων των ειδών οι σκέψεις πέρασαν απο το μυαλό μου τις επόμενες μέρες και μήνες, συζήτησα με φίλους, δεν πιστεύω πως τον “σκότωσα” εγώ βέβαια, όμως απο τότε ποτέ δεν ξαναβοήθησα ουσιαστικά κανέναν που με προσέγγισε με πρόσχημα το περιστατικό που μου ετυχε! Η αλήθεια είναι οτι δεν αντέχω να ξαναπεράσω τέτοια εμπειρία! Δεν μπορώ να συμβουλεύσω γιατί θα είμαι σίγουρα επιρρεασμένος απο μια, πιθανώς, μοναδική περίπτωση.
@Δημήτρη
Κάνεις αυτό ακριβώς που γράφω στο άρθρο. Κρίνεις βάσει των επιλογών και των συνθηκών που ίσχυαν όταν εσύ έπαιρνες, ίσως, παρόμοιες αποφάσεις με αυτά τα άτομα. Δε διαφωνώ, βέβαια, πως στο 90% των περιπτώσεων αυτών έχεις δίκιο - είναι θέμα αδυναμίας χαρακτήρα…αλλά αυτό που θέλω να πως είναι πως δεν είμαι εγώ αυτός που θα τον κρίνω.
Ίσως βγάζω μία εικόνα αδυναμίας ίσως και μοιρολατρίας αλλά το θεωρώ πιο τίμιο να κρατάω την κριτική μόνο για τον εαυτό μου και όχι για τον άγνωστο - όταν έχει να κάνει με ενέργειες που σχετίζονται με εκείνον.
@Γιώργο
Είναι, πραγματικά, περίφημη η πανουργία των χρηστών ναρκωτικών στο να επιτύχουν αυτό που θέλουν. Υποθέτω πως ο συγκεκριμένος απλώς έπαιζε έναν ρόλο όλον αυτόν τον καιρό που ήτανε κοντά σου και η άρνησή σου να πάρεις τα παπούτσια του αμφιβάλλω αν είχε καθοριστικό ρόλο στην τελική του δόση.
Είναι πραγματικό κρίμα όμως που σου συνέβη ένα τέτοιο περιστατικό και κανείς, ασφαλώς, δε μπορεί να σου προσάψει άδικο αν αποφάσισες να μην ξαναβοηθήσεις κανέναν χρήστη ναρκωτικών στη ζωή σου.
Αν, όμως, πολύς κόσμος από το περιβάλλον του είχε τη δική σου ανθρωπιά, τότε είμαι σίγουρος πως δε θα έφτανε στο σημείο να ζητήσει τη δική σου.